διαπηδῶ

διαπηδῶ
διαπηδάω
leap across
pres imperat mp 2nd sg
διαπηδάω
leap across
pres subj act 1st sg (attic epic ionic)
διαπηδάω
leap across
pres ind act 1st sg (attic epic ionic)
διαπηδάω
leap across
pres subj act 1st sg (attic epic doric ionic)
διαπηδάω
leap across
pres ind act 1st sg (attic epic doric ionic)
διαπηδάω
leap across
pres imperat mp 2nd sg
διαπηδάω
leap across
pres subj act 1st sg (attic epic ionic)
διαπηδάω
leap across
pres ind act 1st sg (attic epic ionic)
διαπηδάω
leap across
pres subj act 1st sg (attic epic doric ionic)
διαπηδάω
leap across
pres ind act 1st sg (attic epic doric ionic)
διαπηδάω
leap across
imperf ind mp 2nd sg (homeric ionic)
διαπηδάω
leap across
imperf ind mp 2nd sg (homeric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • διαπηδώ — (Α διαπηδῶ, άω) 1. πηδώ μέσα από κάτι 2. διαρρέω, εκρέω διά μέσου …   Dictionary of Greek

  • αδιαπήδητος — η, ο [διαπηδώ] αυτός που δεν μπορεί κανείς να τόν υπερπηδήσει, να τόν ξεπεράσει, ανυπέρβλητος, αξεπέραστος …   Dictionary of Greek

  • διαπήδηση — η (Α διαπήδησις, εως) [διαπηδώ] αναπήδηση αρχ. κυκλοφορία τού αίματος μέσω τών ιστών …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”